διαψύχω

δια-ψύχω,
A cool,

σῶμα Hp. VM16

:—[voice] Pass., to be chilly,

τὰ ἄκρα Id.Acut.30

.
2 air, dry and clean,

ναῦς Th.7.12

, cf. Luc.Cont.23, etc.: metaph. of misers bringing out their hoards, X.Cyr.8.2.21.
3 [voice] Pass., become dry, i.e. unfruitful,

ἵνα μὴ ἡ γῆ διαψῠγῇ PSI6.603.11

(iii B. C.).
4 f.l. for διαψήχω in Plu.Lys.23.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαψύχω — (ΑΝ) κάνω κάτι να κρυώσει, ψυχραίνω, δροσίζω αρχ. 1. αερίζω, αποξηραίνω, στεγνώνω 2. (για φιλάργυρους) εκθέτω, παρουσιάζω κρυμμένους θησαυρούς 3. εξασθενίζω …   Dictionary of Greek

  • διαψυγεῖσιν — διαψύχω cool aor part pass masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψυγείσης — διαψύχω cool aor part pass fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψυγῆναι — διαψύχω cool aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψυγῇ — διαψύχω cool aor subj pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψῦξαι — διαψύχω cool aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψύχῃ — διαψύ̱χῃ , διαψύχω cool pres subj mp 2nd sg διαψύ̱χῃ , διαψύχω cool pres ind mp 2nd sg διαψύ̱χῃ , διαψύχω cool pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψυχθέντα — διαψῡχθέντα , διαψύχω cool aor part pass neut nom/voc/acc pl διαψῡχθέντα , διαψύχω cool aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψυχομένων — διαψῡχομένων , διαψύχω cool pres part mp fem gen pl διαψῡχομένων , διαψύχω cool pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψυχόμενον — διαψῡχόμενον , διαψύχω cool pres part mp masc acc sg διαψῡχόμενον , διαψύχω cool pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαψυχόντων — διαψῡχόντων , διαψύχω cool pres part act masc/neut gen pl διαψῡχόντων , διαψύχω cool pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.